πατριώτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατριώτης πατριώτες
γενική πατριώτη πατριωτών
αιτιατική πατριώτη πατριώτες
κλητική πατριώτη πατριώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατριώτης < αρχαία ελληνική πατριώτης
που τιμα την πατρίδα του < γαλλική patriote < υστερολατινική patriota < αρχαία ελληνική πατριώτης[1]
Συγχρονικά αναλύεται σε πάτρ(ιος) + -ιώτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.tɾi.ˈɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατριώτης αρσενικό (θηλυκό: πατριώτισσα)

  1. αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συντοπίτης
  2. αυτός που τιμά την πατρίδα του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φιλόπατρις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. πατριώτης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.