πατριωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πατριωτικός πατριωτική πατριωτικό
γενική πατριωτικού πατριωτικής πατριωτικού
αιτιατική πατριωτικό πατριωτική πατριωτικό
κλητική πατριωτικέ πατριωτική πατριωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πατριωτικοί πατριωτικές πατριωτικά
γενική πατριωτικών πατριωτικών πατριωτικών
αιτιατική πατριωτικούς πατριωτικές πατριωτικά
κλητική πατριωτικοί πατριωτικές πατριωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατριωτικός < αρχαία ελληνική πατριωτικός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική patriotique < patriote

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πατριωτικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στον πατριωτισμό ή χαρακτηρίζεται από πατριωτισμό, από αγάπη για την πατρίδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πατριωτικός, -ή, -όν

Βυζάντιοι δὲ δεηθέντες χρημάτων τὰ τεμένη τὰ δημόσια ἀπέδοντο͵ τὰ μὲν κάρπιμα χρόνον τινά͵ τὰ δὲ ἄκαρπα ἀεννάως· τά τε θιασωτικὰ καὶ τὰ πατριωτικὰ ὡσαύτως· (Αριστοτέλης, Οικονομικός, 1346b)
οι κάτοικοι του Βυζαντίου έχοντας ανάγκη χρημάτων πώλησαν τα δημόσια "τεμένη" (αφιερωμένα κτήματα), όσα ήταν καρπερά για κάποιο χρονικό διάστημα, και τα ακαλλιέργητα για πάντα· το ίδιο έκαναν και για όσα ανήκαν σε (λατρευτικούς) "θιάσους" ή προγονικές λατρείες