άπατρις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄπατρις

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άπατρις απάτριδες
γενική απάτριδος απάτριδων/απατρίδων
αιτιατική απάτριδα απάτριδες
κλητική άπατρις απάτριδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπατρις < μεσαιωνική ελληνική ἄπατρις < ἀ- στερητικό + αρχαία ελληνική πατρίς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άπατρις αρσενικό ή θηλυκό

  1. που δεν έχει πατρίδα
  2. (ειδικότερα) (μειωτικά) που δεν αγαπά την πατρίδα του, που δρα ενάντια στην ίδια του την πατρίδα
    αντώνυμα: φιλόπατρις
  3. (πολιτική), (φιλοσοφία) που δεν πιστεύει στα κράτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]