ανα-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανα- < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Πρόθημα[]

ανα-

  1. στερητικό πρόθημα
  2. πρώτο συνθετικό ρημάτων και άλλων λέξεων, και έχει την έννοια του ξανά αλλά και του ανώτερου (τοπικά και ιεραρχικά)
    • ανανεώνω (ξανακάνω κάτι νέο)
    • αναβαθμίζω (προάγω κάποιον ή μεταφέρω κάτι σε ανώτερη βαθμίδα λειτουργίας)
    • ανακρίνω (κρίνω ξανά και ξανά, αλλά και κρίνω προς ανώτερη βαθμίδα)
    • αναρπάζω (αρπάζω κάτι από κάτω ή το αποκτώ παίρνοντάς το βίαια επάνω μου)
    • ανάμεσα (από το ανά + μέσον)
    • ανάλογος (από ανά + λόγος)