αναδουλειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναδουλειά αναδουλειές
γενική αναδουλειάς αναδουλειών
αιτιατική αναδουλειά αναδουλειές
κλητική αναδουλειά αναδουλειές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδουλειά < στερητικό ανα- + δουλειά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναδουλειά θηλυκό

  1. η έλλειψη δουλειάς, κυρίως για έναν επαγγελματία ή ένα κατάστημα
    «Αναδουλειές» στο αρχαιότερο επάγγελμα. Κρίση πλήττει τη βιομηχανία του σεξ στην Τσεχία (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10 Δεκεμβρίου 2008)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]