αστερισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αστερισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀστερισμός < → δείτε τη λέξη ἀστήρ, ἀστερ- + -ισμός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ste.ɾiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐στε‐ρι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αστερισμός αρσενικό
- (αστρονομία) σύνολο ή ομάδα από απλανείς αστέρες που όταν οι θέσεις τους διαμορφώνουν σχετικά σαφές σχήμα, οι αστρονόμοι το ονομάζουν με κάτι συναφές προς αυτό
- ※ Το πιο εντυπωσιακό πάντως από τα απόμακρα αντικείμενα που βρίσκουμε στον αστερισμό του Κενταύρου είναι αναμφισβήτητα ο γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α, γνωστός επίσης και με τον κωδικό «NGC 5128» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Ο ουρανός της Ελλάδας: Καλοκαίρι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη αστέρας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αστερισμός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)