konstelacja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική konstelacja konstelacje
γενική konstelacji konstelacji(/konstelacyj)
δοτική konstelacji konstelacjom
αιτιατική konstelac konstelacje
οργανική konstelac konstelacjami
τοπική konstelacji konstelacjach
κλητική konstelacjo konstelacje

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌkɔ̃w̃stɛˈlaʦ̑ʲja/
konstelacja 

Ετυμολογία [επεξεργασία]

konstelacja (pl) < λατινική constellatio < con + stella

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

konstelacja (pl) θηλυκό