konstelacja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική konstelacja konstelacje
γενική konstelacji konstelacji(/konstelacyj)
δοτική konstelacji konstelacjom
αιτιατική konstelac konstelacje
οργανική konstelac konstelacjami
τοπική konstelacji konstelacjach
κλητική konstelacjo konstelacje

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌkɔ̃w̃stɛˈlaʦ̑ʲja/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

konstelacja (pl) < λατινική constellatio (la) < con (la) + stella (la)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

konstelacja (pl) θηλυκό

  1. (αστρονομία), (αστρολογία), (κοινά) ο αστερισμός