φάπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάπα φάπες
γενική φάπας (φαπών)
αιτιατική φάπα φάπες
κλητική φάπα φάπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ονοματοποιία λόγω του ήχου (φαπ) που προκαλεί.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάπα θηλυκό

  • Χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη του χεριού.
    Οι φάπες πέφτουν βροχή.
    έκανε μαγκιές και τώρα πάρ' τον φάπα ξάπλα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]