μπάτσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάτσος μπάτσοι
γενική μπάτσου μπάτσων
αιτιατική μπάτσο μπάτσους
κλητική μπάτσε μπάτσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπάτσος, ονοματοποιία λόγω του ήχου (μπατς) που προκαλεί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπάτσος αρσενικό

  1. δυνατό χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι, ράπισμα
    πρόσεξε, μη φας μπάτσο!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: ράπισμα
  2. (αργκό) (ειρωνικά) το όργανο της τάξης
    μας την πέσανε οι μπάτσοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αστυνομικός, χωροφύλακας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]