παλάμη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | παλάμη | οι | παλάμες |
| γενική | της | παλάμης | των | παλαμών |
| αιτιατική | την | παλάμη | τις | παλάμες |
| κλητική | παλάμη | παλάμες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παλάμη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλάμη [1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ς προέλευσης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paˈla.mi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐λά‐μη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παλάμη θηλυκό
- (ανατομία) το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων
- ※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- ※ Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- (μονάδα μέτρησης)
- ένα δεκατόμετρο
- όσο το άνοιγμα της ανθρώπινης παλάμης
- (παρωχημένο) το ένα δέκατο του πήχη
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- το παράσημο της ανοιχτής παλάμης: η μούντζα
- εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν: πρώτα η πληρωμή και μετά όλα τ’ άλλα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παλάμη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| πᾰλᾰμα- | |||||
| ονομαστική | ἡ | παλάμη | αἱ | παλάμαι | |
| γενική | τῆς | παλάμης | τῶν | παλαμῶν | |
| δοτική | τῇ | παλάμῃ | ταῖς | παλάμαις | |
| αιτιατική | τὴν | παλάμην | τὰς | παλάμᾱς | |
| κλητική ὦ! | παλάμη | παλάμαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | παλάμᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | παλάμαιν | |||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | |||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παλάμη θηλυκό (πᾰλᾰμη)
- (ανατομία) η παλάμη, το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού
- (κατ’ επέκταση) το χέρι
- βίαιη πράξη
- (μεταφορικά) το τέχνασμα
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Σύνθετα
[επεξεργασία]- πυρπάλαμος : κατεργασμένος με φωτιά
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- παλάμη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παλάμη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)