Μετάβαση στο περιεχόμενο

παλάμη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλάμη οι παλάμες
      γενική της παλάμης των παλαμών
    αιτιατική την παλάμη τις παλάμες
     κλητική παλάμη παλάμες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Σκίτσο ανθρώπινης παλάμης.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλάμη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλάμη [1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ς προέλευσης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈla.mi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παλάμη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παλάμη θηλυκό

  1. (ανατομία) το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων
      Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. (μονάδα μέτρησης)
    1. ένα δεκατόμετρο
    2. όσο το άνοιγμα της ανθρώπινης παλάμης
    3. (παρωχημένο) το ένα δέκατο του πήχη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πᾰλᾰμα-
ονομαστική παλάμη αἱ παλάμαι
      γενική τῆς παλάμης τῶν παλαμῶν
      δοτική τῇ παλάμ ταῖς παλάμαις
    αιτιατική τὴν παλάμην τὰς παλάμᾱς
     κλητική ! παλάμη παλάμαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παλάμ
γεν-δοτ τοῖν  παλάμαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλάμη, ήδη ομηρικό < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *παλα-μα (ουδέτερο, όπως μνήμα - μνήμη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pl̥h₂meh₂ (μεταπτωτική βαθμίδα) < {ιε}} *pleh₂- (πλατύς, επίπεδος). Συγγενή: λατινική palma (απ' όπου γαλλική paume, ισπανική palma, αγγλική palm) και πέλαγος, πλάγιος, πλάξ. [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παλάμη θηλυκό (πᾰλᾰμη)

  1. (ανατομία) η παλάμη, το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού
  2. (κατ’ επέκταση) το χέρι
  3. βίαιη πράξη
  4. (μεταφορικά) το τέχνασμα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.