παλαμάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλαμάρι τα παλαμάρια
      γενική του παλαμαριού των παλαμαριών
    αιτιατική το παλαμάρι τα παλαμάρια
     κλητική παλαμάρι παλαμάρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαμάρι < μεσαιωνική ελληνική παλαμάριον < ιταλική palamara < μεσαιωνική λατινική palamarius < αρχαία ελληνική παλάμη (αντιδάνειο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλαμάρι ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) το χοντρό καραβόσκοινο με το οποίο δένεται το σκάφος στην προκυμαία
     συνώνυμα: απόγειο, πρυμάτσα
  2. (σκωπτικό) (χυδαίο) το πέος
    το παλαμάρι του βαρκάρη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]