προκυμαία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προκυμαία < (ελληνιστική κοινή) προκυμία + -αία < πρό + κῦμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προκυμαία θηλυκό
- (ναυτικός όρος) η άκρη της παραλίας από την πλευρά της ξηράς, όπου συνήθως υπάρχει ειδικό κρηπίδωμα και άλλα τεχνικά έργα για την προστασία από τα κύματα και το ασφαλές πλεύρισμα των πλεούμενων
- ※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
- ※ 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Προσχέδια [1954-1960], Νεκρό καλοκαίρι, στίχ. 77 (75-77).
- κατά το βράδυ, ερχόταν κάποιο πλοίο,
φώτιζε με τους ξένους φανούς του την προκυμαία
φώτιζε τους βαρκάρηδες με τ’ άγρια, ηλιοκαμένα πρόσωπα.
- κατά το βράδυ, ερχόταν κάποιο πλοίο,
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἱ Χαλασοχώρηδες, 1892,
- Ἀπεσπάσθησαν οὕτω πολλοί, σχεδὸν οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνδρῶν. Ὅθεν, ὅταν ἡ διαδήλωσις τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν, ἔκαμεν εἰς ὅλους πενιχρὰν ἐντύπωσιν.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κύμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ρίτσο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)