προκυμαία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- προκυμαία < (ελληνιστική κοινή) προκυμία + -αία < πρό + κῦμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]προκυμαία θηλυκό
- (ναυτικός όρος) η άκρη της παραλίας από την πλευρά της ξηράς, όπου συνήθως υπάρχει ειδικό κρηπίδωμα και άλλα τεχνικά έργα για την προστασία από τα κύματα και το ασφαλές πλεύρισμα των πλεούμενων
- ※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κύμα