Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραλία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Παραλία, παράλια, παραλαλία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραλία οι παραλίες
      γενική της παραλίας των παραλιών
    αιτιατική την παραλία τις παραλίες
     κλητική παραλία παραλίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η παραλία Σεϊτάνι στη Σάμο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραλία (χώρα)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾaˈli.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παραλία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραλία θηλυκό

  • το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο
      ..διέμενε, μαζί με τη γυναίκα του Νάνσυ και την κόρη του Πηνελόπη, στην παραλία, στην οδό Ναυαρίνου, επάνω στο κυμοθάλασσο, όπως έλεγε η Μαρία (Νέα Εστία, τεύχη 1650-1654, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1996, σελ. 742)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

παραλία