πήχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πήχης πήχες
& πήχεις
γενική πήχη
& πήχεως
πήχεων
αιτιατική πήχη πήχες
& πήχεις
κλητική πήχη πήχες
& πήχεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πήχης < αρχαία ελληνική πῆχυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πήχης αρσενικό

  1. το μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό
  2. παλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα (που κυμαίνεται από 64 εκατοστά (εμπορικός) έως 1 μέτρο (βασιλικός))
  3. μακρόστενο λεπτό κομμάτι ξύλου
  4. (αθλητισμός) το ξύλο που χρησιμοποιείται σαν όριο στο άλμα εις ύψος και στο επί κοντώ

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σαν ιατρικός όρος σπάνια χρησιμοποιείται με αυτήν την ορθογραφία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]