αγκώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀγκώνας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ένας αγκώνας
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγκώνας οι αγκώνες
      γενική του αγκώνα των αγκώνων
    αιτιατική τον αγκώνα τους αγκώνες
     κλητική αγκώνα αγκώνες
όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκώνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγκών από την αιτιατική «τόν ἀγκῶνα» [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aŋˈgo.nas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐γκώ‐νας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκώνας αρσενικό

  1. (ανατομία) η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη
    ※  Η Μαρία έσκυψε απάνω απ' το τραπέζι κι έριξε πάλι το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)
  2. το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]