αγκώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγκώνας αγκώνες
γενική αγκώνα αγκώνων
αιτιατική αγκώνα αγκώνες
κλητική αγκώνα αγκώνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγκώνας < αρχαία ελληνική ἀγκών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /aŋ.ˈgɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Ένας αγκώνας

αγκώνας αρσενικό

  1. (ανατομία) η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη
  2. το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]