elbow

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
elbow elbows

elbow (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας elbow
γ΄ ενικό ενεστώτα elbows
αόριστος elbowed
παθητική μετοχή elbowed
ενεργητική μετοχή elbowing

elbow (en)

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 692-695. ISBN 9780194325684. , λήμμα: περνώ