łokieć

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

łokieć 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

łokieć (pl) αρσενικό