βραχίονας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βραχίονας οι βραχίονες
      γενική του βραχίονα των βραχιόνων
    αιτιατική τον βραχίονα τους βραχίονες
     κλητική βραχίονα βραχίονες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραχίονας < (λόγιο) αρχαία ελληνική βραχίων[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾaˈçi.ɔ.nas/
συλλαβισμός: βρα‐χί‐ο‐νας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραχίονας αρσενικό

  1. το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα
  2. μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
  3. οτιδήποτε μοιάζει με χέρι
    ο βραχίονας του λιμανιού
  4. το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]