Μετάβαση στο περιεχόμενο

μηχάνημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μηχάνημα τα μηχανήματα
      γενική του μηχανήματος των μηχανημάτων
    αιτιατική το μηχάνημα τα μηχανήματα
     κλητική μηχάνημα μηχανήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μηχάνημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηχάνημα < μηχανάω / μηχανῶ < μηχανή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /miˈxa.ni.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μηχάνημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μηχάνημα ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μηχάνημᾰ τὰ μηχανήμᾰτ
      γενική τοῦ μηχανήμᾰτος τῶν μηχανημᾰ́των
      δοτική τῷ μηχανήμᾰτ τοῖς μηχανήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ μηχάνημᾰ τὰ μηχανήμᾰτ
     κλητική ! μηχάνημᾰ μηχανήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μηχανήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  μηχανημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μηχάνημα < μηχανάω / μηχανῶ < μηχανή  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μηχάνημα, -ατος ουδέτερο

  1. μηχανικό εφεύρημα, πολεμική μηχανή
  2. πανούργο τέχνασμα (όπως το ένδυμα που χρησιμοποίησε η Κλυταιμνήστρα για να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα)
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 469
    τοιαῦτα μηχανήματ᾽ ἐξευρὼν τάλας βροτοῖσιν
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 981
    ἴδεσθε δ᾽ αὖτε, τῶνδ᾽ ἐπήκοοι κακῶν, τὸ μηχάνημα, δεσμὸν ἀθλίῳ πατρί, πέδας τε χειροῖν καὶ ποδοῖν ξυνωρίδα.