γυαλιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως.
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυαλιά
γενική γυαλιών
αιτιατική γυαλιά
κλητική γυαλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυαλιά < πληθυντικός του γυαλί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυαλιά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.
    φοράω γυαλιά
    γυαλιά ηλίου
    γυαλιά οράσεως
    γυαλιά μυωπίας
    γυαλιά υπερμετρωπίας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]