γυαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓      πληθυντικός  
ονομαστική τα γυαλιά
      γενική των γυαλιών
    αιτιατική τα γυαλιά
     κλητική γυαλιά
Παράρτημα
Ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυαλιά < πληθυντικός του γυαλί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυαλιά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.
    φοράω γυαλιά
    γυαλιά ηλίου, οράσεων, μυωπίας, υπερμετρωπίας
    (και στον ενικό) φόρα επιτέλους το γυαλί σου, αφού δεν βλέπεις να διαβάσεις!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]