ομματοϋάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓      πληθυντικός  
ονομαστική τα ομματοϋάλια
      γενική των ομματοϋαλίων
    αιτιατική τα ομματοϋάλια
     κλητική ομματοϋάλια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομματοϋάλια < όμμα + -ο- + γυαλιά ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική eyeglasses)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ma.tɔ.i.ˈa.li.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομματοϋάλια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]