κατραπακιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατραπακιά κατραπακιές
γενική κατραπακιάς κατραπακιών
αιτιατική κατραπακιά κατραπακιές
κλητική κατραπακιά κατραπακιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατραπακιά < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατραπακιά θηλυκό

  1. χτύπημα στο κεφάλι ή στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
    Έφαγε μια κατραπακιά από τον πατέρα του.
  2. (μεταφορικά) ηθικό χτύπημα, πλήγμα
    Η κατραπακιά ήρθε όταν έφαγα ένα πρόστιμο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]