Μετάβαση στο περιεχόμενο

claque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
claque claques

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

claque (fr) θηλυκό

  1. το ράπισμα, το χαστούκι, η μπάτσα, η φάπα, ο κόλαφος
  2. η πλάκα (στο θέατρο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

claque (fr) αρσενικό


Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

claque θηλυκό

  1. χτύπημα, ράπισμα