πυρηνικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πυρηνικός πυρηνική πυρηνικό
γενική πυρηνικού πυρηνικής πυρηνικού
αιτιατική πυρηνικό πυρηνική πυρηνικό
κλητική πυρηνικέ πυρηνική πυρηνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυρηνικοί πυρηνικές πυρηνικά
γενική πυρηνικών πυρηνικών πυρηνικών
αιτιατική πυρηνικούς πυρηνικές πυρηνικά
κλητική πυρηνικοί πυρηνικές πυρηνικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρηνικός < πυρήνας + -ικός (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nucléaire ή αγγλική nuclear

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ɾi.ni.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυρηνικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον πυρήνα
  2. (φυσική) που έχει σχέση με τη πυρηνική ενέργεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: πυρήνας

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]