καταθλιπτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταθλιπτικός < (καταθλίβω) καταθλιπ- + -τικός
- για την ψυχιατρική < απόδοση για τη γαλλική oppressif
Επίθετο
[επεξεργασία]καταθλιπτικός
- (τεχνολογία) σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός
- (ψυχιατρική) που πάσχει από κατάθλιψη
καταθλιπτικός ασθενής
- που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα
καταθλιπτικός πίνακας- ※ Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
- ⌘ Αύγουστος Κορτώ, «Ιδανική μέρα για χαμουρόψαρα», Protagon.gr (9 Ιουνίου 2011)· πρόσβαση: 2023-08-31.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καταθλιπτικός
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Ψυχιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)