Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταθλιπτικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταθλιπτικός η καταθλιπτική το καταθλιπτικό
      γενική του καταθλιπτικού της καταθλιπτικής του καταθλιπτικού
    αιτιατική τον καταθλιπτικό την καταθλιπτική το καταθλιπτικό
     κλητική καταθλιπτικέ καταθλιπτική καταθλιπτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταθλιπτικοί οι καταθλιπτικές τα καταθλιπτικά
      γενική των καταθλιπτικών των καταθλιπτικών των καταθλιπτικών
    αιτιατική τους καταθλιπτικούς τις καταθλιπτικές τα καταθλιπτικά
     κλητική καταθλιπτικοί καταθλιπτικές καταθλιπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταθλιπτικός < (καταθλίβω) καταθλιπ- + -τικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

καταθλιπτικός

  1. (τεχνολογία) σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
    παράδειγμα  καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός
  2. (ψυχιατρική) που πάσχει από κατάθλιψη
    παράδειγμα  καταθλιπτικός ασθενής
  3. που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα
    παράδειγμα  καταθλιπτικός πίνακας
      Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
    Αύγουστος Κορτώ, «Ιδανική μέρα για χαμουρόψαρα», Protagon.gr (9 Ιουνίου 2011)· πρόσβαση: 2023-08-31.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]