καταθλιπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καταθλιπτικός καταθλιπτική καταθλιπτικό
γενική καταθλιπτικού καταθλιπτικής καταθλιπτικού
αιτιατική καταθλιπτικό καταθλιπτική καταθλιπτικό
κλητική καταθλιπτικέ καταθλιπτική καταθλιπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταθλιπτικοί καταθλιπτικές καταθλιπτικά
γενική καταθλιπτικών καταθλιπτικών καταθλιπτικών
αιτιατική καταθλιπτικούς καταθλιπτικές καταθλιπτικά
κλητική καταθλιπτικοί καταθλιπτικές καταθλιπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταθλιπτικός < καταθλίβω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταθλιπτικός

  1. (τεχνολογία) σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
    καταθλιπτική αντλία
  2. (ψυχιατρική) που πάσχει από κατάθλιψη
    καταθλιπτικός ασθενής
  3. που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα
    καταθλιπτικός πίνακας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]