κατάθλιψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάθλιψη < ελληνιστική κοινή κατάθλιψις < καταθλίβω < θλίβω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική oppression)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈta.θli.psi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάθλιψη θηλυκό

  1. (σπάνιο) πίεση, καταπίεση, συμπίεση
  2. (ψυχολογία) (ψυχιατρική) ψυχική κατάσταση που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλλα παρόμοια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]