Μετάβαση στο περιεχόμενο

oppression

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

oppression (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
oppression < (κληρονομημένο) λατινική oppressiō (καταπίεση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɔ.pʁeˈsjɔ̃/
τυπογραφικός συλλαβισμός: oppression

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
oppression oppressions

oppression (fr) θηλυκό