oppression
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]oppression (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- oppression < (κληρονομημένο) λατινική oppressiō (καταπίεση)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɔ.pʁeˈsjɔ̃/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : op‐pres‐sion
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| oppression | oppressions |
oppression (fr) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- oppression - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- oppression - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online