μελαγχολία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελαγχολία < αρχαία ελληνική μελαγχολία < μελάγχολος < μέλας + χολή
Μελαγχολία, 1514, χαρακτικό του Άλμπερτ Ντύρερ- αξιοσημείωτα τα φτερά που δε χρησιμοποιούνται

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.laŋ.xɔ.ˈli.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελαγχολία θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

«τοῖσι δὲ χολώδεσι τοῦτο πολεμιώτατον γίνεται. λίην γὰρ ἀναξηραίνονται καὶ ὀφθαλμίαι αὐτοῖσιν ἐπιγίνονται ξηραί, καὶ πυρετοὶ ὀξέες καὶ πολυχρόνιοι, ἐνίοισι δὲ καὶ μελαγχολίαι. τῆς γὰρ χολῆς τὸ μὲν ὑγρότατον καὶ ὑδαρέστατον ἀναξηραίνεται καὶ ἀναλίσκεται, τὸ δὲ παχύτατον καὶ δριμύτατον λείπεται καὶ τοῦ αἵματος κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον».Ιπποκράτης «Περί αέρων, υδάτων, τόπων».

Μεταφράσεις[επεξεργασία]