άτεγκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άτεγκτος < αρχαία ελληνική ἄτεγκτος < ά- + τέγγω (διαβρέχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άτεγκτος

  • σκληρός, αδυσώπητος, απηνής, αμείλικτος
    ο πολιτικός επανέλαβε ότι θα ήταν άτεγκτος σε θέματα διαφθοράς


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]