άκαρδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άκαρδος άκαρδη άκαρδο
γενική άκαρδου άκαρδης άκαρδου
αιτιατική άκαρδο άκαρδη άκαρδο
κλητική άκαρδε άκαρδη άκαρδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκαρδοι άκαρδες άκαρδα
γενική άκαρδων άκαρδων άκαρδων
αιτιατική άκαρδους άκαρδες άκαρδα
κλητική άκαρδοι άκαρδες άκαρδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκαρδος < α- στερητικό + καρδιά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άκαρδος

  1. (για άνθρωπο) που δεν έχει συναισθήματα, δε νιώθει αγάπη, οίκτο ή συμπόνια· άσπλαχνος, άπονος, σκληρός αυτός που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα
  1. (για ενέργεια) που δείχνει έλλειψη συναισθημάτων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]