ανελέητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανελέητος ανελέητη ανελέητο
γενική ανελέητου ανελέητης ανελέητου
αιτιατική ανελέητο ανελέητη ανελέητο
κλητική ανελέητε ανελέητη ανελέητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανελέητοι ανελέητες ανελέητα
γενική ανελέητων ανελέητων ανελέητων
αιτιατική ανελέητους ανελέητες ανελέητα
κλητική ανελέητοι ανελέητες ανελέητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανελέητος < αρχαία ελληνική ἀνελέητος < α- + ἐλεῶ + -ητος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανελέητος, -η, -ο

  • που δεν δείχνει έλεος προς οποιονδήποτε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]