merciless
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | merciless |
| συγκριτικός | more merciless |
| υπερθετικός | most merciless |
merciless (en)
- ανελέητος, άσπλαχνος, που δεν δείχνει έλεος
Laws sometimes seem merciless and inhumane.
- Ανελέητοι και απάνθρωποι φαίνονται κάποτε οι νόμοι.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη mercy