Μετάβαση στο περιεχόμενο

merciless

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
merciless < mercy + -less

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός merciless
συγκριτικός more merciless
υπερθετικός most merciless

merciless (en)

  • ανελέητος, άσπλαχνος, που δεν δείχνει έλεος
    παράδειγμα  Laws sometimes seem merciless and inhumane.
    Ανελέητοι και απάνθρωποι φαίνονται κάποτε οι νόμοι.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη mercy