Μετάβαση στο περιεχόμενο

mercy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mercy mercies

mercy (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]