mercy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mercy | mercies |
mercy (en)
- (μη μετρήσιμο) το έλεος
They begged/pled for mercy.
- Ζητούσαν έλεος.
They showed no mercy to their hostages.
- Δεν έδειξαν κανένα έλεος στους ομήρους τους.
God have mercy on us.
- Θεέ μου, ελέησέ μας.
Lord have mercy!