επαχθής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: απεχθής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επαχθής επαχθής επαχθές
γενική επαχθούς επαχθούς επαχθούς
αιτιατική επαχθή επαχθή επαχθές
κλητική επαχθή(ής) επαχθής επαχθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαχθείς επαχθείς επαχθή
γενική επαχθών επαχθών επαχθών
αιτιατική επαχθείς επαχθείς επαχθή
κλητική επαχθείς επαχθείς επαχθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαχθής < αρχαία ελληνική ἐπαχθής < ἐπί + ἄχθος (βάρος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επαχθής -ής, -ές

  • που προξενεί μεγάλο βάρος
    οι όροι του δανείου χαρακτηρίστηκαν επαχθείς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]