ηχηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηχηρός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ηχηρός

  1. που συνοδεύεται από δυνατό ήχο
  2. (μεταφορικά) έντονος
  3. (γλωσσολογία) για τα σύμφωνα τα οποία παράγονται με έντονη δόνηση των φωνητικών χορδών
    τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά
     αντώνυμα: άηχος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]