περιορισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιορισμένος περιορισμένη περιορισμένο
γενική περιορισμένου περιορισμένης περιορισμένου
αιτιατική περιορισμένο περιορισμένη περιορισμένο
κλητική περιορισμένε περιορισμένη περιορισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιορισμένοι περιορισμένες περιορισμένα
γενική περιορισμένων περιορισμένων περιορισμένων
αιτιατική περιορισμένους περιορισμένες περιορισμένα
κλητική περιορισμένοι περιορισμένες περιορισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιορισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιορίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

περιορισμένος αρσενικό, περιορισμένη θηλυκό, περιορισμένο ουδέτερο

  1. που έχει περιοριστεί
  2. που είναι πιο λίγος ή κατώτερος απ’ το κανονικό ή το απαραίτητο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]