σπουδαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σπουδαίος σπουδαία σπουδαίο
γενική σπουδαίου σπουδαίας σπουδαίου
αιτιατική σπουδαίο σπουδαία σπουδαίο
κλητική σπουδαίε σπουδαία σπουδαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σπουδαίοι σπουδαίες σπουδαία
γενική σπουδαίων σπουδαίων σπουδαίων
αιτιατική σπουδαίους σπουδαίες σπουδαία
κλητική σπουδαίοι σπουδαίες σπουδαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουδαίος < αρχαία ελληνική σπουδαῖος < σπουδή < σπεύδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *speud- (σπουδή, βιασύνη)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σπουδαίος, -α, -ο

  1. σημαντικός, εξαιρετικός
  2. αξιόλογος, χρήσιμος
  3. (ειρωνικά) ασήμαντος, ανούσιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ες αύριον τα σπουδαία
  • σπουδαία τα λάχανα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]