important

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

important (en)

  1. σημαντικός, σπουδαίος

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]

  • important to someone/something: κάτι που εκτιμώ
  • important for someone/something: κάτι που σχετίζεται με άμεση ανάγκη, σωματική, υγεία, επιβίωση, βιωσιμότητα, λειτουργικότητα, απόδοση κτλ.



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Επίθετο[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
important importants

important (fr)

  1. σημαντικός, σπουδαίος