crucial
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]crucial (en)
- καίριας σημασίας, σημαντικότατος
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | crucial | cruciaux |
| θηλυκό | cruciale | cruciales |
Επίθετο
[επεξεργασία]crucial (fr)