significant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sɪɡˈnɪ.fɪ.kənt/
- ΔΦΑ : /sɪɡˈnɪ.fɪ.ɡənt/ (ΗΠΑ)
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | significant |
| συγκριτικός | more significant |
| υπερθετικός | most significant |
significant (en)
- σημαντικός, αρκετά μεγάλο ώστε να έχει αποτέλεσμα ή να γίνει αντιληπτό
The economy has shown significant improvement over the past 9 months.
- Η οικονομία έχει δείξει σημαντική βελτίωση τους τελευταίους 9 μήνες.
- σημαντικός, που έχει ιδιαίτερη σημασία