Μετάβαση στο περιεχόμενο

significant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɪɡˈnɪ.fɪ.kənt/
ΔΦΑ : /sɪɡˈnɪ.fɪ.ɡənt/ (ΗΠΑ)
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός significant
συγκριτικός more significant
υπερθετικός most significant

significant (en)

  1. σημαντικός, αρκετά μεγάλο ώστε να έχει αποτέλεσμα ή να γίνει αντιληπτό
    παράδειγμα  The economy has shown significant improvement over the past 9 months.
    Η οικονομία έχει δείξει σημαντική βελτίωση τους τελευταίους 9 μήνες.
  2. σημαντικός, που έχει ιδιαίτερη σημασία
    παράδειγμα  It is significant that he changed his will only days before his death.
    Είναι σημαντικό ότι άλλαξε τη διαθήκη του μόλις λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του.
     συνώνυμα: important

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]