valeur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| valeur | valeurs |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]valeur (fr) θηλυκό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- date de valeur → δείτε βαλέρ
Πηγές
[επεξεργασία]- valeur - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- valeur - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé