βιασύνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βιασύνη | οι | βιασύνες |
| γενική | της | βιασύνης | των | (βιασυνών) |
| αιτιατική | τη | βιασύνη | τις | βιασύνες |
| κλητική | βιασύνη | βιασύνες | ||
| Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vʝaˈsi.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βια‐σύ‐νη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιασύνη θηλυκό
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται
- ※ Απ' τη βιασύνη μου σκίζω κάθε φορά μαζί με τον φάκελο και τα γραμματόσημα, κι η θυρωρίνα γκρινιάζει γιατί μου 'χει πει να της τα κρατάω. (Η μεταπολεμική πεζογραφία από τον πολεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τόμος 5, εκδ. Σοκόλη, 1992, σελ. 50)
- το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βιασύνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σκόνη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)