βιασύνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιασύνη βιασύνες
γενική βιασύνης (βιασύνων)
αιτιατική βιασύνη βιασύνες
κλητική βιασύνη βιασύνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιασύνη < βία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιασύνη θηλυκό

  • η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται
  • το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]