Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιασύνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιασύνη οι βιασύνες
      γενική της βιασύνης των (βιασυνών)
    αιτιατική τη βιασύνη τις βιασύνες
     κλητική βιασύνη βιασύνες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιασύνη < επέκταση του βιάσ(η) κατά τα θηλυκά σε -(ο)σύνη[1] Δείτε και βία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vʝaˈsi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βιασύνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιασύνη θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται
      Απ' τη βιασύνη μου σκίζω κάθε φορά μαζί με τον φάκελο και τα γραμματόσημα, κι η θυρωρίνα γκρινιάζει γιατί μου 'χει πει να της τα κρατάω. (Η μεταπολεμική πεζογραφία από τον πολεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τόμος 5, εκδ. Σοκόλη, 1992, σελ. 50)
  2. το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]