βιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος βιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vi.ˈa.zɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

βιάζομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvʝa.zɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

βιάζομαι

Εκφράσεις[]

  • όποιος βιάζεται, σκοντάφτει

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

βιάζομαι

  1. μεταχειρίζομαι, χρησιμοποιώ βία
  2. αγωνίζομαι, μάχομαι
  3. πετυχαίνω κάτι, φέρνω αποτέλεσμα, με τη βία