βία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βία βίες
γενική βίας (βιών)
αιτιατική βία βίες
κλητική βία βίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βία < αρχαία ελληνική βία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷeih₃w- (ζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βία θηλυκό

  1. ενέργεια που προκαλεί καταστροφή
  2. η βιασύνη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]