Gewalt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Gewalt 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Gewalt (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Gewalten)

  1. η εξουσία
    die Gewalt des Geldes - η εξουσία του χρήματος
  2. η εξουσία
    die häusliche Gewalt gegen Frauen und Kinder - η οικογενειακή βία κατά των γυναικών και παιδιών
  3. η ορμή
    die Gewalt der Wellen - η ορμή των κυμάτων

Συνώνυμα[επεξεργασία]