Macht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Macht (de) θηλυκό

  1. δύναμη
  2. ισχύς

Σύνθετα[επεξεργασία]