Macht
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maxt/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Macht
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Macht (de) θηλυκό
- δύναμη
Im Welt-Zeit-Gefüge manifestierte sich allmählich eine unbekannte Macht.
Στο πλέγμα του κόσμου και του χρόνου άρχισε σταδιακά να εκδηλώνεται μια άγνωστη δύναμη.
Mit aller ihm zur Verfügung stehenden Macht drückte er gegen die Türe.
Με όλη τη δύναμη που είχε στη διάθεσή του, πίεσε την πόρτα.
- εξουσία, ισχύς
Welche Macht hat ein Lehrer in der Schule?
Ποια είναι η εξουσία ενός δασκάλου στο σχολείο;
- ορμή
Die Flutwelle brach mit Macht über die Menschen herein.
Το παλιρροϊκό κύμα έπληξε με ορμή τους ανθρώπους.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Macht αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Macht < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Macht αρσενικό ή θηλυκό