ορμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορμή ορμές
γενική ορμής ορμών
αιτιατική ορμή ορμές
κλητική ορμή ορμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορμή < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔɾ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ορμή θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  2. (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p

32πχ Μεταφράσεις[]