Μετάβαση στο περιεχόμενο

ορμητικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὁρμητικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ορμητικός η ορμητική το ορμητικό
      γενική του ορμητικού της ορμητικής του ορμητικού
    αιτιατική τον ορμητικό την ορμητική το ορμητικό
     κλητική ορμητικέ ορμητική ορμητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ορμητικοί οι ορμητικές τα ορμητικά
      γενική των ορμητικών των ορμητικών των ορμητικών
    αιτιατική τους ορμητικούς τις ορμητικές τα ορμητικά
     κλητική ορμητικοί ορμητικές ορμητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ορμητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρμητικός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oɾ.mi.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ορμητικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ορμητικός, -ή, -ό

  • γεμάτος ορμή
      Πώς να καταλαγιάσεις ένα ποτάμι που κυλάει ορμητικό, γίνεται; ( Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
      Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 )

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ορμή

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]