επείγομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπείγομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επείγομαι < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐπείγομαι, μεσοπαθητικό του [[ἐπείγω}}

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.neɾˈɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός:

Ρήμα[επεξεργασία]

επείγομαι, πρτ.: επειγόμουν μόνο στο ενεστωτικό θέμα (χωρίς παθητική φωνή)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

(ελλειπτικό ρήμα)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]