επείγων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επείγων επείγουσα επείγον
γενική επείγοντος επείγουσας
(επειγούσης)
επείγοντος
αιτιατική επείγοντα επείγουσα επείγον
κλητική επείγων επείγουσα επείγον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επείγοντες επείγουσες επείγοντα
γενική επειγόντων επειγουσών επειγόντων
αιτιατική επείγοντες επείγουσες επείγοντα
κλητική επείγοντες επείγουσες επείγοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επείγων < μετοχή ενεστώτα του ρήματος επείγω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επείγων, -ουσα, -ον

  1. που επείγει, που πρέπει να γίνει ή να αντιμετωπιστεί όσο γίνεται πιο γρήγορα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]